Όταν η Honda παρουσίασε για πρώτη φορά το Forza 750, έκανε κάτι περισσότερο από το να εμπλουτίσει τη γκάμα των μεγάλων scooters της.
Εισήγαγε μια νέα κατηγορία, ένα premium «mega-scooter» που συνδύαζε την άνεση και πρακτικότητα ενός GT με την τεχνολογία και την ωριμότητα των μοτοσικλετών της εταιρείας. Ως απόγονος του Integra, το Honda Forza 750 εμφανίστηκε το 2021 και έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι δεν ήρθε απλώς να συνεχίσει μια επιτυχημένη πορεία, αλλά να την επαναπροσδιορίσει. Με πιο ώριμη αισθητική, σαφώς αναβαθμισμένη εργονομία και την τεχνολογία DCT να παραμένει στον πυρήνα της ταυτότητάς του, το Forza τοποθετήθηκε εξαρχής στο ανώτερο άκρο της κατηγορίας των μεγάλων scooters.
Συνδύασε την πρακτικότητα του καθημερινού GT με στοιχεία από τον κόσμο των μοτοσυκλετών touring της Honda, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που δύσκολα συγκρίνεται άμεσα με οτιδήποτε άλλο στην αγορά. Έχοντας ήδη χτίσει μια σταθερή φήμη για ποιότητα, άνεση και αξιοπιστία, επιστρέφει πιο εξελιγμένο, πιο ολοκληρωμένο και ακόμα πιο πιστό στη φιλοσοφία του: να προσφέρει μια εμπειρία μετακίνησης άνετη, σίγουρη και διακριτικά premium.
Το Honda Forza 750 είναι από εκείνα τα scooters που, πριν καν γυρίσεις το κλειδί, μοιάζουν να έχουν ήδη διαμορφώσει μια άποψη για το ποιοι είναι και τι θέλουν να προσφέρουν. Η σχεδίασή του, αυστηρή αλλά κομψή, δείχνει ότι η Honda δεν κυνηγά εξωστρεφείς εντυπώσεις· αντ’ αυτού, επιλέγει να πειστείς οδηγώντας. Και όταν τελικά πιάνεις το τιμόνι, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό ακριβώς είναι το δυνατό του σημείο: η εμπειρία.
Η πρώτη επαφή θυμίζει περισσότερο μοτοσικλέτα παρά scooter. Η θέση οδήγησης είναι χαμηλή και σου δίνει τον έλεγχο χωρίς να χρειάζεται να προσαρμοστείς. Το πλαίσιο σε καλωσορίζει με μια αίσθηση στιβαρότητας, σαν να σου λέει ότι μπορείς να το εμπιστευτείς πριν καν αφήσεις το φρένο. Όσο για τα υλικά και τα χειριστήρια, η αίσθηση ποιότητας HONDA είναι εμφανής από το πρώτο άγγιγμα — δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις για να το καταλάβεις.
Η σέλα είναι πλατιά, ανατομική και καλοφτιαγμένη, αγκαλιάζει σωστά τον αναβάτη και προσφέρει αντίστοιχα προνόμια και στον συνεπιβάτη, που πατάει πάνω σε μεγάλες, στιβαρές αλουμινένιες βάσεις.
Μόλις ξεκινήσεις, ο δικύλινδρος κινητήρας δείχνει αμέσως την πιο ώριμη και πολιτισμένη πλευρά του. Δεν «φωνάζει», δεν εντυπωσιάζει με εκρηκτικά νούμερα και τα 59 άλογα του αποδίδονται ομαλά, χωρίς ξεσπάσματα, αλλά με έναν τρόπο δύναμης που αποδίδεται διακριτικά, ευθύγραμμα και αποτελεσματικά. Ο κινητήρας λειτουργεί με το σύστημα Throttle By Wire (TBW), επιτρέποντας στον αναβάτη να επιλέξει ανάμεσα σε τρία προκαθορισμένα προγράμματα λειτουργίας – Rain, Standard και Sport – καθώς και δύο User mode, που ρυθμίζονται πλήρως ως προς την απόκριση του γκαζιού, την επέμβαση του traction control και τον τρόπο λειτουργίας του κιβωτίου. Προσωπικά δουλεύω περισσότερο το Standard Riding Mode το οποίο είναι εξαιρετικό για την πόλη και εκτός πόλης επιλέγω το Sport, που αλλάζει τις σχέσεις πιο αργά και κρατάει πιο ανεβασμένες στροφές, επιτρέποντας μια πραγματικά σπορ οδήγηση. Όλες αυτές τις επιλογές τις βλέπεις μέσα από μια οθόνη TFT 5 ιντσών λίγο παλιακη για τα σημερινά δεδομένα η οποία νομίζω ότι ήρθε και η ώρα να αποσυρθεί σιγά σιγά.
Το DCT κιβώτιο, πλέον στη πιο εξελιγμένη μορφή του, αλλάζει σχέσεις με τέτοια λεπτότητα που σχεδόν απορείς γιατί τα scooters δεν υιοθετούν όλα αυτό το σύστημα. Είναι σαν να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά σου, προσαρμόζοντας την απόδοση εκεί ακριβώς που τη χρειάζεσαι.
Το κιβώτιο έχει δεχθεί μικρές βελτιώσεις στην απόκριση στις χαμηλές ταχύτητες, προσφέροντας πιο φυσική αίσθηση στις εκκινήσεις αλλά και στις επιβραδύνσεις. Οι αλλαγές ταχυτήτων παραμένουν γρήγορες και ομαλές, με τη δυνατότητα ο αναβάτης να μπορεί να το γυρίσει στο manual και να αναλάβει τον πλήρη έλεγχο μέσω των κουμπιών στο τιμόνι. Ο έλεγχος της ημιαυτόματης σειριακής λειτουργίας της μετάδοσης ανατίθεται στο αριστερό χέρι που ελέγχει το κιβώτιο με δύο δάκτυλα, τον αντίχειρα και τον δείκτη. Εκεί υπάρχει μια μικρή αναμπουμπούλα στους διακόπτες όπως και στο Africa και χρειάζεται χρόνος εξοικείωσης ενώ επίσης και η εργονομία των διακοπτών “+” και “-”, βρήκα ότι είναι αρκετά απομακρυσμένοι μεταξύ τους κάτι που μπορεί να δυσκολέψει κάποιους.
Οδηγώντας στην πόλη, η μεγάλη σιλουέτα του και οι αποστάσεις των καθρεπτών δυσκολεύουν λίγο τις σφήνες και θέλει λίγη προσοχή παραπάνω. Η άνεση είναι τέτοια που μετά από μερικά χιλιόμετρα ξεχνάς πως βρίσκεσαι σε μεγάλο scooter – αρχίζεις απλώς να απολαμβάνεις τη μετακίνηση, χωρίς κόπο και χωρίς μικρο-στρες. Τα 235 κιλά του είναι πιο αισθητά μέσα στην πόλη, αν και ομολογώ ότι ο έλεγχός τους είναι υποδειγματικός χάρη στο άριστο ζύγισμα του πλαισίου.
Έξω από την πόλη, όμως, είναι που δείχνει πραγματικά τον χαρακτήρα του. Στις ανοιχτές καμπές, το Forza 750 μοιάζει να μεταμορφώνεται. Η σταθερότητα είναι υποδειγματική, η συμπεριφορά προβλέψιμη και η απόκριση στο γκάζι αρκετή για να σε κρατήσει ζωντανό χωρίς να σε κουράσει. Το κοντέρ ανεβαίνει γρήγορα, τα 160 χλμ./ώρα έρχονται χωρίς κόπο και η τελική αγγίζει τα 175 χλμ./ώρα. Υπάρχει μια αίσθηση αρμονίας σε όλο το σύνολο — σαν κάθε κομμάτι της μοτοσυκλέτας να λειτουργεί για να κάνει το ταξίδι σου απλώς… εύκολο. Κι αυτό, για ένα scooter που προσπαθεί να γεφυρώσει καθημερινότητα και τουρισμό, είναι ίσως το μεγαλύτερο του επίτευγμα.
Το Forza 750 διαθέτει και Cruise Control στον βασικό εξοπλισμό – μια λεπτομέρεια που αποδεικνύεται πολύτιμη σε ταξίδια και μια ζελατίνα που προσφέρει πραγματικά αποτελεσματική προστασία από τον αέρα, κάτι που θα εκτιμήσουν όσοι ταξιδεύουν συχνά. Οι αναρτήσεις του είναι αρκετά σφιχτές, δυστυχώς δεν υπάρχει δυνατότητα ρυθμίσεων στο πιρούνι ενώ το πίσω Pro-Link αμορτισέρ επιτρέπει ρύθμιση προφόρτισης σε 10 θέσεις, δίνοντας στον αναβάτη τη δυνατότητα να προσαρμόσει τη συμπεριφορά ανάλογα με φορτίο και προτιμήσεις.
Τα φρένα, αποτελούνται από ακτινικά τοποθετημένες δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων οι οποίες πιάνουν πάνω σε δίσκους 310mm μπροστά, ενώ πίσω συναντάμε έναν δίσκο 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα. Έχουν ισχυρή δύναμη και λεπτή αίσθηση και δεν είναι ούτε υπερβολικά απότομα, ούτε και νωχελικά· σε βοηθούν να νιώθεις πάντα ότι εσύ έχεις τον έλεγχο. Οι ηλεκτρονικές βοήθειες δουλεύουν αθόρυβα στο παρασκήνιο και σπάνια θα χρειαστεί να τις σκεφτείς. Είναι εκεί για την ασφάλειά σου, όχι για να σου υπενθυμίζουν την ύπαρξή τους.
Η κατανάλωσή του, κινείται μεταξύ 5-5.5 λίτρων βενζίνης ανά 100 χιλιόμετρα και μόνο όταν το ζορίσεις θα δεις την ένδειξη να πλησιάζει στα 6.
Καθώς περνούν τα χιλιόμετρα, γίνεται φανερό ότι το Forza 750 δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι σε κανέναν. Δεν επιδιώκει να είναι ούτε το πιο «σπορ», ούτε το πιο «tech», ούτε το πιο εντυπωσιακό scooter της αγοράς. Αντίθετα, επιλέγει τη δική του φιλοσοφία: να είναι το πιο ολοκληρωμένο. Το πιο ισορροπημένο. Εκείνο που, μέρα με τη μέρα, θα σε πείθει ότι έκανες τη σωστή επιλογή — όχι με φανφάρες, αλλά με συνέπεια.
Στα 13,100€ το Forza 750 δε μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει ακριβό αν αναλογιστεί κανείς και τον ανταγωνισμό του. Είναι ένα όχημα που αναλαμβάνει ρόλο συνεργάτη. Σε μεταφέρει χωρίς κόπο, σε συνοδεύει σε ταξίδια χωρίς ενδοιασμούς και κάνει ακόμη και τις πιο κουραστικές διαδρομές να μοιάζουν λίγο πιο ελαφριές.
Το Honda Forza 750 δεν είναι ένας δίτροχος ενθουσιασμός της στιγμής. Είναι μια υπόσχεση καθημερινής ποιότητας — και την τηρεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας.











